Το Μυστικό του Λεβάντε

Μιλήσαμε με τον Στέφανο Λίβο, συγγραφέα που ζει στο Λονδίνο, για το νέο του βιβλίο, “Το Μυστικό του Λεβάντε”. Ο Στέφανος έχει συνεργαστεί και στο παρελθόν με τη New Diaspora.

To Mystiko tou Levante-cover

Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να γράψεις το συγκεκριμένο βιβλίο, και σε ποιό βαθμό στηρίζεται σε αληθινά γεγονότα;

Όπως γράφω και σε ένα μικρό πρόλογο, η ιστορία γεννήθηκε όταν άκουσα έναν οικογενειακό φίλο να διηγείται ιστορίες από την Κατοχή στη Ζάκυνθο. Με ιντρίγκαρε πολύ η ιδέα, γιατί μέχρι τότε δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι όσα είχα διαβάσει σε βιβλία για άλλες περιοχές της Ελλάδας μπορεί να είχαν συμβεί και εκεί όπου είχα μεγαλώσει εγώ. Και επειδή, απ’ όσο ξέρω, δεν υπάρχει άλλο ιστορικό μυθιστόρημα για το συγκεκριμένο θέμα, αποφάσισα να το γράψω εγώ. Αυτό που ήθελα ήταν να μπερδέψω τον αναγνώστη ως προς το ποια γεγονότα είναι ιστορικά και ποια μυθοπλαστικά, αυτό που μπορώ όμως να πω είναι ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα, αυτά που αφορούν σε γεγονότα της Κατοχής, είναι όλα πραγματικά ή βασίζονται σε πραγματικά.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Ζάκυνθο. Τι σημαίνει για σένα να ζεις στο Λονδίνο και να γράφεις για τον τόπο που μεγάλωσες;

Μεγάλωσα σιχτιρίζοντας τη Ζάκυνθο κάθε μέρα, επειδή ένιωθα ότι με περιόριζε. Υπήρχαν φορές που θέλαμε να φύγουμε ταξίδι και δεν μπορούσαμε γιατί είχε απαγορευτικό, οπότε το ένιωθα λίγο σαν μια φυλακή απ’ όπου έπρεπε να δραπετεύσω. Αρχίζοντας να διαβάζω όμως για την ιστορία του νησιού, συνειδητοποίησα τα μεγαλεία που είχε περάσει και αναπόφευκτα τα συνέκρινα με τη σημερινή κατάσταση. Ένιωσα λοιπόν μια υποχρέωση να υπενθυμίσω στους συμπατριώτες μου αυτή την κουλτούρα που έχει ξεχαστεί. Αν είχα μείνει στη Ζάκυνθο, κατά πάσα πιθανότητα δε θα είχα μπει στη διαδικασία, αλλά ζώντας μακριά, αποστασιοποιημένος και αμέτοχος στα δυσάρεστα τις καθημερινότητας, φαινόταν σαν πρόκληση.

Με ποιον τρόπο έχει επηρεάσει τη συγγραφική σου δραστηριότητα η εμπειρία της νεομετανάστευσης;

Νιώθω ότι αυτή είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη. Αυτό που μου έχει προσφέρει προς το παρόν είναι η συνειδητοποίηση ότι αυτά που παρατηρούσα στο μικροεπίπεδο της επαρχίας που λέγεται Ελλάδα είναι μοτίβα που συναντιούνται παντού, ανεξαρτήτως χώρας. Από τα μηνύματα που έλαβα μετά το κείμενο που είχα γράψει για τη μετανάστευση, κατάλαβα ότι το να είσαι μετανάστης συνεπάγεται ένα πακέτο πραγμάτων, όπου και αν είσαι. Μου έστειλαν άνθρωποι από τον Καναδά, τη Σιγκαπούρη, την Αυστραλία και μου έλεγαν όλοι το ίδιο, ότι δουλεύουν για να πληρώνουν λογαριασμούς, έχοντας αφήσει τα πάντα πίσω. Θα ήθελα κάποια στιγμή να γράψω ένα σενάριο με αυτό το θέμα.

vivlio

Ένας πολύτιμος οδηγός στην έρευνά μου. Εκδόθηκε το 1949 και γράφτηκε από τον γαμπρό του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου Α’, που μαζί με τον δήμαρχο Λουκά Καρρέρ, στάθηκαν εμπόδιο στα σχέδια των Γερμανών για τη σύλληψη των Εβραίων της Ζακύνθου

Τι συμπεράσματα βγάζεις συγκρίνοντας τον λογοτεχνικό χώρο της Βρετανίας με αυτόν της Ελλάδας των τελευταίων ετών; (ή το χώρο του βιβλίου γενικότερα)

Σε μια πρώτη απάντηση, δεν είναι συγκρίσιμα μεγέθη. Στην Ελλάδα μιλάμε για μια βιοτεχνία με οικογενειακού τύπου ή παρεΐστικες επιχειρήσεις (πράγμα πολύ όμορφο, βέβαια), ενώ στην Αγγλία για μια βαριά βιομηχανία όπου συμμετέχουν κολοσσοί, όπως οι Big Five. Στην Ελλάδα, όταν γράψεις ένα βιβλίο, το υποβάλλεις απλά σε έναν εκδοτικό οίκο και περιμένεις. Στην Αγγλία όταν τελειώσεις ένα βιβλίο, πληρώνεις έναν επιμελητή για να το βελτιώσει και το στέλνεις σε ατζέντη. Αν είσαι τυχερός και βρεις, τότε προσπαθεί εκείνος να σου βρει εκδότη. Αν δε βρεις όμως ατζέντη, απλά συνεχίζεις να προσπαθείς, αφού αν προσεγγίσεις εκδοτικό οίκο σαν συγγραφέας είναι απίθανο να διαβάσουν το χειρόγραφό σου. Τέλος, το πιο σημαντικό που καθορίζει την αγορά του βιβλίου: το αναγνωστικό κοινό. Στην Ελλάδα διαβάζει βιβλία περίπου ο 1 στους 10, ο οποίος είναι συνήθως γυναίκα. Στην Αγγλία υπάρχει μεγάλο αναγνωστικό κοινό και πολύ περισσότερα είδη, τα οποία δεν είναι δημοφιλή στην Ελλάδα, πχ βιογραφίες, δυστοπικά, φαντασίας κλπ.

Δυστυχώς, δε θα αλλάξει τίποτα στην Ελλάδα αν ο κόσμος δε μάθει να διαβάζει και πολύ φοβάμαι ότι αυτό δε θα γίνει αν το εκπαιδευτικό σύστημα δεν φύγει από το παπαγαλίστικο σύστημα που κάνει τα παιδιά να μισούν το διάβασμα.

20150414_113505

Σκέφτεσαι να επιστρέψεις κάποια στιγμή πίσω, κι αν ναι, κάτω από ποιες προϋποθέσεις;

Όχι ακόμα, αλλά ίσως να γύριζα κάποια στιγμή. Βασική προϋπόθεση θα ήταν μια οικονομική σταθερότητα, να ξέρεις ότι αν δουλεύεις θα πληρωθείς στο τέλος του μήνα. Αυτή η αβεβαιότητα που μου μεταφέρουν οι φίλοι μου προσωπικά θα με τσάκιζε. Ακόμα και η ιδέα ότι δουλεύεις και δεν ξέρεις πότε θα πληρωθείς για μένα είναι εξοντωτική. Είναι σαν να εξαναγκάζεσαι να γίνεις ένας μοντέρνος σλάβος που πρέπει να παρακαλέσει για ένα πιάτο φαγητό. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να ξεκινήσει μια εσωτερική αλλαγή νοοτροπίας. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά το βλέπω να ξεκινάει δειλά δειλά από τους νέους ανθρώπους, της ηλικίας μου ή και πιο νέους.

Έχουν καταλάβει ότι τίποτα δε θα τους δοθεί απλόχερα, όπως νόμιζε η δική μου γενιά, και παλεύουν με ωραία projects και πρωτότυπες ιδέες, που ταιριάζουν με την ελληνική πραγματικότητα και δεν είναι έτοιμα πακέτα, σαν αυτά που κάποιοι θέλουν να εισάγουν από το εξωτερικό πιστεύοντας ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι το ίδιο με τη Γερμανία ή τη Δανία. Τέλος, υπάρχουν οι άνθρωποι που αφού έζησαν και δούλεψαν έξω κάποια χρόνια επιλέγουν να επιστρέψουν γιατί συνεκτιμούν άλλες παραμέτρους στο βιοτικό τους επίπεδο. Έχω δικούς μου ανθρώπους που επιστρέφουν και άλλους που βάζουν ένα χρονοδιάγραμμα. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό το μίγμα θα παράξει κάτι καλό κάποια στιγμή. Αρκεί να τους φερθεί ευνοϊκά η πολιτική ηγεσία και να μην τους εξαγκωνίσει για χάρη των δικών της παιδιών.

Το βιβλίο

Ο Παντελής βρίσκεται αντιμέτωπος με συμβάντα και καταστάσεις που σχετίζονται με το παρελθόν της οικογένειάς του στη Ζάκυνθο του B’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα από το ημερολόγιο του παππού του και τις διηγήσεις της θείας του θα ταξιδέψει στο παρελθόν, θα μάθει για ένα ναυάγιο και μια δολοφονία που σημάδεψε την οικογένειά του, θα νιώσει τη βαναυσότητα των δυνάμεων κατοχής αλλά και τη γενναιότητα των απλών ανθρώπων του νησιού, του μοναδικού σημείου του πλανήτη όπου δεν συνελήφθη κανένας εβραίος κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής. Περπατώντας νοερά στο μονοπάτι της Σαρτζάδας, θα μάθει για τον ανεκπλήρωτο έρωτα του παππού του και για εκείνο το μυστικό «θησαυρό» για τον οποίο του μίλησε λίγο πριν το τέλος του…

“…Την είδα πρώτη φορά να κατεβαίνει από ένα λαντό, όταν ήρθαν οικογενειακώς στα Πηγαδάκια. Ο χρόνος πάγωσε, δεν είχα ξαναδεί τίποτα πιο όμορφο στη ζωή μου. Τα μάτια της παιχνιδιάρικα, με μια σαγηνευτική μελαγχολία με προκαλούσαν να παίξω μαζί τους. Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε ο έρωτάς μου για τη Βιολέτα. Ζήσαμε τη νεότητά μας στα χρόνια του Β? Παγκόσμιου Πολέμου στη Ζάκυνθο, σε μια εποχή που σημαδεύτηκε από την Κατοχή, ένα ναυάγιο στην Αδριατική και μια δολοφονία…

Κυνηγημένοι από τα στερεότυπα, ήμασταν αναγκασμένοι να κρύβουμε την αγάπη μας, μιας και πιστεύαμε σε διαφορετικούς θεούς. Εμείς όμως ξέραμε ότι οι θεοί μας μηχανεύτηκαν έναν ολόκληρο πόλεμο για να γνωριστούμε και μετά να μας χωρίσουν. Ωστόσο, δεν θα υποκύπταμε σε καμία θεϊκή εντολή και σε κανέναν ανθρώπινο νόμο. Η Βιολέτα ήταν το φως που γέμισε την καρδιά μου, ο λεβάντες που μου χάιδεψε την ψυχή. Ο θησαυρός μου, η Βιολέτα μου, ήταν το εισιτήριό μου για την αθανασία, το θαύμα που θα έσωζε τις αναμνήσεις μου, όταν θα τις απειλούσε η λήθη…”

“Το μυστικό του Λεβάντε” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.

StefanosL

Ο Στέφανος Λίβος γεννήθηκε το 1984 στην Αθήνα, μεγάλωσε στην Ζάκυνθο και ζει στο Λονδίνο. Έχει σπουδάσει Ψυχολογία και ΜΜΕ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αλλά δουλεύει σαν Learning Coordinator στο εθνικό σύστημα υγείας της Αγγλίας. Τις ώρες που δεν εργάζεται, προσπαθεί να βρει χρόνο για γράψιμο μεταξύ κατσαρόλας, σκούπας και social media. Μεγαλύτερό του άγχος είναι ότι οι μέρες φεύγουν πολύ γρήγορα.

 

0 Comments

You can be the first one to leave a comment.

Leave a Comment